θερμαντικότητα


θερμαντικότητα
η
θερμαντική δύναμη, θερμαντική ικανότητα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θερμαντικός. Η λ. στον λόγιο τ. θερμαντικότης μαρτυρείται από το 1889 στο Ελληνογαλλικόν Λεξικόν τού Ν. Κοντόπουλου].

Dictionary of Greek. 2013.


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.